Συχνές Ερωτήσεις2018-06-19T22:45:16+00:00

Συχνές Ερωτήσεις

Είναι κοινώς αποδεκτό ότι το επάγγελμα του ψυχολόγου , αλλά και γενικότερα τα επαγγέλματα υγείας διέπονται από ένα πέπλο ντροπής και ταμπού στον κοινό νου. Συχνά πιστεύεται ότι οι άνθρωποι που θα ζητήσουν τη βοήθεια ενός επαγγελματία ψυχικής υγείας είναι ανήμποροι να αντιμετωπίσουν τα προβλήματά τους και τις προκλήσεις της ζωής , χαρακτηρίζονται ως αδύναμοι ή ακόμη και «τρελοί». Φυσικά όλα αυτά αποτελούν τεράστιους μύθους, μύθοι που δημιουργούνται από ανθρώπους που έτυχε να μην έχουν ενημερωθεί σωστά. Στην πραγματικότητα ισχύει ακριβώς το αντίθετο, είναι δηλαδή απόλυτα φυσιολογικό και σύνηθες όλοι μας να βρεθούμε σε στιγμές και καταστάσεις στη ζωή μας που θα χρειαστούμε βοήθεια, αυτό φυσικά και δεν μας καθιστά αδύναμες υπάρξεις αλλά ανθρώπους που έχουν επίγνωση των καταστάσεων και έχουν τη θέληση να προσπαθήσουν να ζουν περισσότερο λειτουργικά. Δεν είναι απαραίτητο όμως πως κάποιος θα ξεκινήσει την ψυχοθεραπεία γιατί αντιμετωπίζει κάποιο σύμπτωμα ή δυσλειτουργία. Η ψυχοθεραπεία αποτελεί ένα συναρπαστικό αλλά συνάμα δύσκολο ταξίδι για τον καθένα από εμάς, το οποίο μας φέρνει πιο κοντά στο κέντρο μας, μας κανει να αφουγκραζόμαστε τις ανάγκες μας και να αντιλαμβανόμαστε τις δυναμικές στις σχέσεις μας. Με λίγα λόγια αποτελεί ένα ταξίδι του «μαθαίνω καλύτερα τον εαυτό μου» «μαθαίνω να οριοθετούμαι και να αγαπώ».

Είναι δύο όροι που συχνά συγχέονται στον κοινό νου, η πραγματικότητα όμως είναι πως πρόκειται για δύο πολύ διαφορετικές διαδικασίες.

Η συμβουλευτική αποτελεί μια παροχή με συντομότερη διάρκεια σε σύγκριση με την ψυχοθεραπεία, η οποία μπορεί να ολοκληρωθεί μέσα σε δύο τρείς συναντήσεις κάτι που στην ψυχοθεραπεία δε δύναται να συμβεί. Ο ρόλος του ψυχολόγου στη συμβουλευτική είναι περισσότερο κατευθυντικός και προτρεπτικός ακόμη και εκπαιδευτικός, δίνοντας κατευθυντήριες και πληροφόρηση που αφορούν την διαχείρηση συγκεκριμένων θεμάτων. Σε αντιδιαστολή με τη συμβουλευτική, η ψυχοθεραπεία αποτελεί μια διαδικασία που διαρκεί στο χρόνο, η διάρκεια της οποίας ποικίλει ανάλογα με το αίτημα του θεραπευόμενου. Στην ψυχοθεραπεία απαιτείται μια συστηματικότητα στις συνεδρίες, συνήθως μια φορά την εβδομάδα και ο ρόλος του ειδικού διαφέρει. Στη συμβουλευτική είναι προτρεπτικός ενώ στην ψυχοθεραπεία, ένας σωστός θεραπευτής, οφείλει να είναι μη κατευθυντικός. Ο ψυχοθεραπευτής δεν έχει το ρόλο αυτού που «ξέρει», ούτε παρέχει έτοιμες λύσεις και απαντήσεις στα προβλήματα, αλλά είναι ενεργητικός ακροατής και συμμέτοχος, τον διέπει ενσυναίσθηση και βοηθά τον πελάτη του να έρθει κοντά στη δική του αλήθεια.

Προσωπικά μου αρέσει να παρομοιάζω το επάγγελμα του ψυχοθεραπευτή με αυτό του οφθαλμίατρου. Όταν απευθύνεται ο ασθενής στον οφθαλμίατρο, ο γιατρός δεν του μεταμοσχεύει τα δικά του μάτια ώστε να δεί καλύτερα, ούτε όμως βγαίνει μαζί του έξω για να του περιγράφει τι υπάρχει γύρω και να τον καθοδηγεί. Αυτό που κάνει είναι να του βάλει τον κατάλληλο φακό, ένα κατάλληλο φίλτρο μπροστά στα μάτια του ώστε να μπορέσει μόνος του, χωρίς τον γιατρό να σταθεί και να ανταπεξέλθει. Το ίδιο περίπου γίνεται και στην ψυχοθεραπεία , ο θεραπευτής βοηθά τον πελάτη του στο να επιλέξει το κατάλληλο φίλτρο με το οποίο θα βλέπει και θα αντιμετωπίζει τα πράγματα , καλλιεργώντας το αρχικά μέσα στην ασφαλή και προστατευμένη συνθήκη του γραφείου και μετέπειτα μεταφέροντας το στη ζωή του.

Ενδεικτικά αιτήματα για ψυχοθεραπεία θα μπορούσαν να είναι: «έχω ψυχοσωματικά συμπτώματα, έχω χαμηλή αυτοεκτίμηση, αντιμετωπίζω κρίσεις πανικού ή έντονο άγχος»

Ενδεικτικά αιτήματα συμβουλευτικής θα μπορούσαν να είναι «Πώς να προετοιμάσω το παιδί μου για ένα διαζύγιο ή για τον ερχομό ενός δεύτερου παιδιού;»

Η σκέψη και μόνο του να απευθυνθείς σε ψυχολόγο μπορεί να σου δημιουργεί κάποιο άγχος ή φόβο. Αυτό είναι κάτι απόλυτα φυσιολογικό, το οποίο συμβαίνει σε όλους μας σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό μπροστά σε μια καινούρια συνθήκη. Μπορεί να σκέφτεσαι συχνά να επισκεφτείς έναν ειδικό ψυχικής υγείας αλλά κάθε φορά να σε σταματάει κάτι. Σκέψεις όπως «θα τα καταφέρω μόνος μου», «έχω φίλους που μπορούν να με βοηθήσουν» ακόμη και το ταμπού «αν πάω σε ψυχολόγο θα με πουν τρελό» θα μπορούσαν να λειτουργούν ανασταλτικά.

Στην πραγματικότητα ο ψυχολόγος θα σε βοηθήσει να δεις τα πράγματα μέσα από ένα άλλο πρίσμα, να εντοπίσεις τα συναισθήματά σου. Όσο για τα θέματα ταμπού, όπως αυτό του «τι θα πει ο κόσμος;» ή «τι θα σκεφτούν για μένα;» , η αλήθεια είναι πως ζούμε στην Eλλάδα , μια συντηρητική ακόμη χώρα που συχνά συντηρεί και αναπαράγει τέτοια στερεότυπα. Θα πρέπει όμως να σκεφτείς πως δεν θα πρέπει μόνο να νοιάζεσαι και να φροντίζεις για τη σωματική, αλλά και για την ψυχική σου υγεία που είναι εξίσου σημαντική. Όπως θα απευθυνθείς στον παθολόγο όταν πονά επίμονα το κεφάλι σου , έτσι δεν θα πρέπει να διστάσεις να απευθυνθείς στον ψυχολόγο για να αντιμετωπίσεις τον ψυχικό σου πόνο, το πένθος ή το άγχος όταν αυτά σε ταλαιπωρούν. Είναι δυσλειτουργικό να μην κάνουμε βήματα που θα μας πάνε μπροστά σκεπτόμενοι τι θα σκεφτούν οι άλλοι για εμάς. Μόνο εμείς είμαστε υπεύθυνοι της ζωής μας και της πορείας της.

Αν αποφασίσεις να κάνεις μια πρώτη επικοινωνία μέσω τηλεφώνου με έναν ειδικό ψυχικής υγείας να θυμάσαι πως δεν είσαι αναγκασμένος να πεις τίποτα το οποίο δε θέλεις ή δεν είσαι έτοιμος. Το όνομά σου, το τηλέφωνό σου και η ώρες που είσαι διαθέσιμος αρκούν. Μη διστάσεις να ρωτήσεις οτιδήποτε σε απασχολεί και αφορά τη διαδικασία.

Φτάνοντας στη μέρα της πρώτης συνάντησης, περνώντας το κατώφλι του γραφείου σε περιμένει μια μοναδική συνθήκη που διέπεται από ζεστασιά, κατανόηση, εχεμύθεια και ενσυναίσθηση. Είναι σημαντικό να ξέρεις πως ο θεραπευτής αναγνωρίζει πολύ καλά το πόσο δύσκολο μπορεί να είναι το να ανοιχτείς σε έναν άγνωστο άνθρωπο ακόμη κι αν είναι ψυχολόγος. Δεν χρειάζεται να προετοιμάσεις το τι θα πεις, η συνεδρία θα κυλήσει καθώς ο θεραπευτής θα σε ενημερώσει για το πώς λειτουργεί η διαδικασία και θα σε ρωτήσει για το αίτημά σου, το λόγο για τον οποίο έχεις έρθει και έτσι από κοινού με τον θεραπευτή θα αποφασίσετε ένα πλάνο δράσης.

Είναι σημαντικό να θυμάσαι πως αποτελείς σημαντικό κομμάτι της διαδικασίας και κανείς δε θα σε πιέσει προς κάποια κατεύθυνση. Εσύ αποφασίζεις την πορεία της θεραπείας σου. Η ψυχοθεραπεία αποτελεί ένα μόνιμα ανοιχτό διάλογο ανάμεσα σε θεραπευτή και θεραπευόμενο, όπου συνδιαμορφώνουν και προτείνουν, έχοντας πάντα ως θεμέλιο τη συναίνεση του πελάτη.

Δες την ψυχοθεραπεία σαν ένα μεγάλο ταξίδι σε προορισμούς που δεν έχεις ξανά πάει, είναι λογικό να έχεις άγχος ή αγωνία στην αρχή του. Είναι λογικό να μην ξέρεις τι να βάλεις στη βαλίτσα σου… Γι’αυτό είναι εκεί ο θεραπευτής σου! Πίστεψε στη διαδικασία και στον εαυτό σου και θα συνειδητοποιήσεις αργότερα πως ήταν το καλύτερο δώρο που έκανες ποτέ στον εαυτό σου!

Το επάγγελμα του ψυχολόγου διέπεται από αυστηρούς δεοντολογικούς κανόνες οι οποίοι δεσμεύουν τον θεραπευτή και προστατεύουν από κοινού θεραπευόμενο και θεραπευτή. Οι κανόνες αυτοί θα πρέπει να τηρούνται αυστηρά. Αυτό που θα πρέπει να ξέρει ο καθένας που προγραμματίζει μια συνάντηση με έναν ψυχολόγο είναι πως υπάρχει απόλυτη εχεμύθεια και εμπιστευτικότητα στην ψυχοθεραπευτική συνθήκη. Κάθε τι που θα ειπωθεί στο γραφείο του θεραπευτή μένει αυστηρά και μόνο εκεί. Υπάρχουν μόνο δυο περιπτώσεις που μπορεί να αλλάξει αυτό και να «σπάσει» ο θεραπευτής το απόρρητο και την εχεμύθειά του και αυτές είναι όταν θα κρίνει πως συντρέχει κίνδυνος για τη ζωή του πελάτη του ή κίνδυνος για τις ζωές τρίτων. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις ο θεραπευτής οφείλει να άρει το απόρρητο ώστε να προστατέψει τον πελάτη του.

Είναι κοινώς αποδεκτό ότι το επάγγελμα του ψυχολόγου , αλλά και γενικότερα τα επαγγέλματα υγείας διέπονται από ένα πέπλο ντροπής και ταμπού στον κοινό νου. Συχνά πιστεύεται ότι οι άνθρωποι που θα ζητήσουν τη βοήθεια ενός επαγγελματία ψυχικής υγείας είναι ανήμποροι να αντιμετωπίσουν τα προβλήματά τους και τις προκλήσεις της ζωής , χαρακτηρίζονται ως αδύναμοι ή ακόμη και «τρελοί». Φυσικά όλα αυτά αποτελούν τεράστιους μύθους, μύθοι που δημιουργούνται από ανθρώπους που έτυχε να μην έχουν ενημερωθεί σωστά. Στην πραγματικότητα ισχύει ακριβώς το αντίθετο, είναι δηλαδή απόλυτα φυσιολογικό και σύνηθες όλοι μας να βρεθούμε σε στιγμές και καταστάσεις στη ζωή μας που θα χρειαστούμε βοήθεια, αυτό φυσικά και δεν μας καθιστά αδύναμες υπάρξεις αλλά ανθρώπους που έχουν επίγνωση των καταστάσεων και έχουν τη θέληση να προσπαθήσουν να ζουν περισσότερο λειτουργικά. Δεν είναι απαραίτητο όμως πως κάποιος θα ξεκινήσει την ψυχοθεραπεία γιατί αντιμετωπίζει κάποιο σύμπτωμα ή δυσλειτουργία. Η ψυχοθεραπεία αποτελεί ένα συναρπαστικό αλλά συνάμα δύσκολο ταξίδι για τον καθένα από εμάς, το οποίο μας φέρνει πιο κοντά στο κέντρο μας, μας κανει να αφουγκραζόμαστε τις ανάγκες μας και να αντιλαμβανόμαστε τις δυναμικές στις σχέσεις μας. Με λίγα λόγια αποτελεί ένα ταξίδι του «μαθαίνω καλύτερα τον εαυτό μου» «μαθαίνω να οριοθετούμαι και να αγαπώ».

Είναι δύο όροι που συχνά συγχέονται στον κοινό νου, η πραγματικότητα όμως είναι πως πρόκειται για δύο πολύ διαφορετικές διαδικασίες.

Η συμβουλευτική αποτελεί μια παροχή με συντομότερη διάρκεια σε σύγκριση με την ψυχοθεραπεία, η οποία μπορεί να ολοκληρωθεί μέσα σε δύο τρείς συναντήσεις κάτι που στην ψυχοθεραπεία δε δύναται να συμβεί. Ο ρόλος του ψυχολόγου στη συμβουλευτική είναι περισσότερο κατευθυντικός και προτρεπτικός ακόμη και εκπαιδευτικός, δίνοντας κατευθυντήριες και πληροφόρηση που αφορούν την διαχείρηση συγκεκριμένων θεμάτων. Σε αντιδιαστολή με τη συμβουλευτική, η ψυχοθεραπεία αποτελεί μια διαδικασία που διαρκεί στο χρόνο, η διάρκεια της οποίας ποικίλει ανάλογα με το αίτημα του θεραπευόμενου. Στην ψυχοθεραπεία απαιτείται μια συστηματικότητα στις συνεδρίες, συνήθως μια φορά την εβδομάδα και ο ρόλος του ειδικού διαφέρει. Στη συμβουλευτική είναι προτρεπτικός ενώ στην ψυχοθεραπεία, ένας σωστός θεραπευτής, οφείλει να είναι μη κατευθυντικός. Ο ψυχοθεραπευτής δεν έχει το ρόλο αυτού που «ξέρει», ούτε παρέχει έτοιμες λύσεις και απαντήσεις στα προβλήματα, αλλά είναι ενεργητικός ακροατής και συμμέτοχος, τον διέπει ενσυναίσθηση και βοηθά τον πελάτη του να έρθει κοντά στη δική του αλήθεια.

Προσωπικά μου αρέσει να παρομοιάζω το επάγγελμα του ψυχοθεραπευτή με αυτό του οφθαλμίατρου. Όταν απευθύνεται ο ασθενής στον οφθαλμίατρο, ο γιατρός δεν του μεταμοσχεύει τα δικά του μάτια ώστε να δεί καλύτερα, ούτε όμως βγαίνει μαζί του έξω για να του περιγράφει τι υπάρχει γύρω και να τον καθοδηγεί. Αυτό που κάνει είναι να του βάλει τον κατάλληλο φακό, ένα κατάλληλο φίλτρο μπροστά στα μάτια του ώστε να μπορέσει μόνος του, χωρίς τον γιατρό να σταθεί και να ανταπεξέλθει. Το ίδιο περίπου γίνεται και στην ψυχοθεραπεία , ο θεραπευτής βοηθά τον πελάτη του στο να επιλέξει το κατάλληλο φίλτρο με το οποίο θα βλέπει και θα αντιμετωπίζει τα πράγματα , καλλιεργώντας το αρχικά μέσα στην ασφαλή και προστατευμένη συνθήκη του γραφείου και μετέπειτα μεταφέροντας το στη ζωή του.

Ενδεικτικά αιτήματα για ψυχοθεραπεία θα μπορούσαν να είναι: «έχω ψυχοσωματικά συμπτώματα, έχω χαμηλή αυτοεκτίμηση, αντιμετωπίζω κρίσεις πανικού ή έντονο άγχος»

Ενδεικτικά αιτήματα συμβουλευτικής θα μπορούσαν να είναι «Πώς να προετοιμάσω το παιδί μου για ένα διαζύγιο ή για τον ερχομό ενός δεύτερου παιδιού;»

Η σκέψη και μόνο του να απευθυνθείς σε ψυχολόγο μπορεί να σου δημιουργεί κάποιο άγχος ή φόβο. Αυτό είναι κάτι απόλυτα φυσιολογικό, το οποίο συμβαίνει σε όλους μας σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό μπροστά σε μια καινούρια συνθήκη. Μπορεί να σκέφτεσαι συχνά να επισκεφτείς έναν ειδικό ψυχικής υγείας αλλά κάθε φορά να σε σταματάει κάτι. Σκέψεις όπως «θα τα καταφέρω μόνος μου», «έχω φίλους που μπορούν να με βοηθήσουν» ακόμη και το ταμπού «αν πάω σε ψυχολόγο θα με πουν τρελό» θα μπορούσαν να λειτουργούν ανασταλτικά.

Στην πραγματικότητα ο ψυχολόγος θα σε βοηθήσει να δεις τα πράγματα μέσα από ένα άλλο πρίσμα, να εντοπίσεις τα συναισθήματά σου. Όσο για τα θέματα ταμπού, όπως αυτό του «τι θα πει ο κόσμος;» ή «τι θα σκεφτούν για μένα;» , η αλήθεια είναι πως ζούμε στην Eλλάδα , μια συντηρητική ακόμη χώρα που συχνά συντηρεί και αναπαράγει τέτοια στερεότυπα. Θα πρέπει όμως να σκεφτείς πως δεν θα πρέπει μόνο να νοιάζεσαι και να φροντίζεις για τη σωματική, αλλά και για την ψυχική σου υγεία που είναι εξίσου σημαντική. Όπως θα απευθυνθείς στον παθολόγο όταν πονά επίμονα το κεφάλι σου , έτσι δεν θα πρέπει να διστάσεις να απευθυνθείς στον ψυχολόγο για να αντιμετωπίσεις τον ψυχικό σου πόνο, το πένθος ή το άγχος όταν αυτά σε ταλαιπωρούν. Είναι δυσλειτουργικό να μην κάνουμε βήματα που θα μας πάνε μπροστά σκεπτόμενοι τι θα σκεφτούν οι άλλοι για εμάς. Μόνο εμείς είμαστε υπεύθυνοι της ζωής μας και της πορείας της.

Αν αποφασίσεις να κάνεις μια πρώτη επικοινωνία μέσω τηλεφώνου με έναν ειδικό ψυχικής υγείας να θυμάσαι πως δεν είσαι αναγκασμένος να πεις τίποτα το οποίο δε θέλεις ή δεν είσαι έτοιμος. Το όνομά σου, το τηλέφωνό σου και η ώρες που είσαι διαθέσιμος αρκούν. Μη διστάσεις να ρωτήσεις οτιδήποτε σε απασχολεί και αφορά τη διαδικασία.

Φτάνοντας στη μέρα της πρώτης συνάντησης, περνώντας το κατώφλι του γραφείου σε περιμένει μια μοναδική συνθήκη που διέπεται από ζεστασιά, κατανόηση, εχεμύθεια και ενσυναίσθηση. Είναι σημαντικό να ξέρεις πως ο θεραπευτής αναγνωρίζει πολύ καλά το πόσο δύσκολο μπορεί να είναι το να ανοιχτείς σε έναν άγνωστο άνθρωπο ακόμη κι αν είναι ψυχολόγος. Δεν χρειάζεται να προετοιμάσεις το τι θα πεις, η συνεδρία θα κυλήσει καθώς ο θεραπευτής θα σε ενημερώσει για το πώς λειτουργεί η διαδικασία και θα σε ρωτήσει για το αίτημά σου, το λόγο για τον οποίο έχεις έρθει και έτσι από κοινού με τον θεραπευτή θα αποφασίσετε ένα πλάνο δράσης.

Είναι σημαντικό να θυμάσαι πως αποτελείς σημαντικό κομμάτι της διαδικασίας και κανείς δε θα σε πιέσει προς κάποια κατεύθυνση. Εσύ αποφασίζεις την πορεία της θεραπείας σου. Η ψυχοθεραπεία αποτελεί ένα μόνιμα ανοιχτό διάλογο ανάμεσα σε θεραπευτή και θεραπευόμενο, όπου συνδιαμορφώνουν και προτείνουν, έχοντας πάντα ως θεμέλιο τη συναίνεση του πελάτη.

Δες την ψυχοθεραπεία σαν ένα μεγάλο ταξίδι σε προορισμούς που δεν έχεις ξανά πάει, είναι λογικό να έχεις άγχος ή αγωνία στην αρχή του. Είναι λογικό να μην ξέρεις τι να βάλεις στη βαλίτσα σου… Γι’αυτό είναι εκεί ο θεραπευτής σου! Πίστεψε στη διαδικασία και στον εαυτό σου και θα συνειδητοποιήσεις αργότερα πως ήταν το καλύτερο δώρο που έκανες ποτέ στον εαυτό σου!

Το επάγγελμα του ψυχολόγου διέπεται από αυστηρούς δεοντολογικούς κανόνες οι οποίοι δεσμεύουν τον θεραπευτή και προστατεύουν από κοινού θεραπευόμενο και θεραπευτή. Οι κανόνες αυτοί θα πρέπει να τηρούνται αυστηρά. Αυτό που θα πρέπει να ξέρει ο καθένας που προγραμματίζει μια συνάντηση με έναν ψυχολόγο είναι πως υπάρχει απόλυτη εχεμύθεια και εμπιστευτικότητα στην ψυχοθεραπευτική συνθήκη. Κάθε τι που θα ειπωθεί στο γραφείο του θεραπευτή μένει αυστηρά και μόνο εκεί. Υπάρχουν μόνο δυο περιπτώσεις που μπορεί να αλλάξει αυτό και να «σπάσει» ο θεραπευτής το απόρρητο και την εχεμύθειά του και αυτές είναι όταν θα κρίνει πως συντρέχει κίνδυνος για τη ζωή του πελάτη του ή κίνδυνος για τις ζωές τρίτων. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις ο θεραπευτής οφείλει να άρει το απόρρητο ώστε να προστατέψει τον πελάτη του.